Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Ο ΚΗΠΟΣ ΡΟΣΕΤΙ ΣΤΟ ΚΑΪΡΟ





Στη φώτο : Άνθη-γενειάδες Λέμπεκ που φαντάζουν σαν υπέργηρες μνήμες μιας εποχής ανθισμένης σαν τον καϊρινό Κήπο Ροσέτι



Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

Συνδεδεμένος ιδιοκτησιακά από τις αρχές του 19ου αιώνα με τον Carlo Rosseti (1736-1820), Πρόξενο της Σαρδηνίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας επί Μωχάμεντ Άλη, ο Κήπος Ροσέτι αποτελούσε μία έκταση που σχημάτιζε μία ¨σφήνα¨ μεταξύ του μεσαιωνικού φραγκικού τομέα και της μοντέρνας περιοχής της Εζμπεκίας.

          Σχετικά με το τέλος του, διαβάζουμε σ΄ ένα άρθρο του Jean Moscatelli που είδε το φώς στον αλεξανδρινό ¨Ταχυδρόμο¨ στις 20/1/1948, άρθρο που σύμφωνα με τα ονόματα και τους τόπους που παραθέτει (Hotel Domergue, Gerald de Nerval), συμπεραίνουμε την ύπαρξη του κήπου ήδη από το 1843-46 :


¨Κατέρριψαν πριν λίγες ημέρες τα δύο τελευταία δένδρα του. Ήταν αιωνόβια. Ήταν ¨λέμπεκ¨, που ονομάζονται αραβιστί ¨Νταν Πάσα¨, γένια του πασά, εξ αιτίας των λουλουδιών τους με τις αξιοσέβαστες… γενειάδες. Οι κορμοί τους θα πριονιστούν, έπειτα θα κοπούν σε κανονικά σχήματα και θα χρησιμεύσουν για στύλοι οικοδομών. Έτσι, τερμάτισε την ύπαρξη του ένας απέραντος κήπος γεμάτος σκιές, που τον έζωνε τον περασμένο αιώνα η ¨φράγκικη¨ συνοικία του Καΐρου. Η αναπόφευκτη κατανομή των γαιών σε οικόπεδα τον είχε ήδη αφανίσει, όταν η διάνοιξη της λεωφόρου Φαρούκ τον εξολόθρευσε οριστικά κάτω από την ευθύγραμμη άσφαλτο.

Ο Κήπος Ροσέτι ήταν ιδιοκτησία του προξένου της Σαρδηνίας εδώ και εκατό χρόνια. Ολόγυρα σ΄ αυτό το μπουκέτο της πρασινάδας, οι Ευρωπαίοι είχαν συναθροίσει τις κατοικίες τους, το εμπόριο τους, τα ιδρύματα τους. Εκεί κατοικούσε ο Δόκτωρ Κλοτ βέης. Στο βάθος ενός χωρίς διέξοδο δρόμου το Ξενοδοχείο Ντομέργκ ήταν το κέντρο που μαζεύονταν οι Γάλλοι. Στις βεράντες των ¨μπιρραρίε¨ κουτσόπιναν οι Ιταλοί και έπαιζαν τα ¨μόρρα¨. Η κωμωδία και το ¨μπελ κάντο¨ έκαναν να γεμίζει ασφυκτικά από κόσμο το Τεάτρο ντελ Κάιρο, η μόνη σκηνή της εποχής που έγινε αργότερα το Θέατρο των ¨Χιλίων και μίας Νυχτών¨ και έχει μεταμορφωθεί σήμερα στον Κινηματογράφο ¨Ραμσές¨, όπου οι γκάγκστερς του Σικάγο φιγουράρουν στις τοιχοκολλήσεις.

Με το ν΄ αποκτήσει ρυμοτομία που μοιάζει καμωμένη από τον Hansmann το Ευρωπαϊκό Κάιρο, που κατοικεί τώρα στο Γκάρντεν Σίτυ ή στο Ζαμάλεκ, κάνει τα ψώνια του στην οδό Φουάτ 1ου και πάει στο θέατρο στην οδό Σολιμάν πασά, έκανε εντύπωση νεόπλουτου αν αγνοούσε την καταγωγή του. Έχει βγει ολόκληρο μέσα από τη Συνοικία Ροσέτι και τώρα είναι η πιο κατάλληλη στιγμή να του το θυμίσει κανείς, τώρα που τα τελευταία απομεινάρια – τα δένδρα του κήπου ο οποίος έδινε το όνομα του στη συνοικία – κατερρίφθησαν, παρόλα της τα φυλλώματα που ήταν φουντωτά από αναμνήσεις και από ποίηση. Για να πούμε την αλήθεια, τα χρονικά δεν αναφέρουν κανένα ιστορικό γεγονός ιδιάζον στη Συνοικία Ροσέτι. Αρκούνται να αναφέρουν ότι στους ελικοειδείς της δρόμους με τους μακρείς τοίχους και τα ψηλά σπίτια, που είχαν κάτω μαγαζιά Αρμενίων, κατοικοέδρευε η εμπορική αριστοκρατία της φράγκικης παροικίας. Ήταν οι τραπεζίτες, οι χρηματομεσίτες, οι εναποθηκευτές των ξένων προϊόντων. Αλλά μια πολύ νόστιμη φιλολογική ανάμνηση, που δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη, προσδίδει σ΄ αυτήν την παλιά συνοικία, ή μάλλον στον Κήπο της, μια γοητεία που αξίζει τον κόπο να την αναπολήσουμε. Πρόκειται για μια περιπέτεια του Ζεράρ ντε Νερβάλ, την οποία ανέφερε ο ίδιος με την απαράμιλλη χάρη του στο ¨Ταξίδι την Ανατολή¨.

Είναι γνωστό ότι όταν έμενε στο Κάιρο είχε νοικιάσει ένα αράπικο σπίτι για έξι μήνες, το είχε επιπλώσει και θα περνούσε πολύ καλά αν ο ιδιοκτήτης δεν τον προέτρεπε να πάρει γυναίκα.

¨Οι γείτονες που έχουν γυναίκες θα είναι ανήσυχοι αν εσείς δεν έχετε¨, του δήλωσε από την τρίτη μέρα. ¨Άλλωστε, έτσι συνηθίζεται εδώ. Ένας εφέντης δεν πρέπει να ζει μόνος και είναι πάντα αξιοπρεπές το να τρέφει κανείς μια γυναίκα και να της κάνει λίγο καλό. Είναι ακόμη καλύτερο να τρέφει πολλές, αν η θρησκεία που ακολουθεί του το επιτρέπει¨.

Και να λοιπόν ο Ζεράρ ντε Νερβάλ που ξεκινά σε αναζήτηση γυναίκας. Υπήρχαν τότε στο Κάιρο [1843] πολλοί τρόποι να παντρεύεται κανείς χωρίς συνέπειες. Ο πρώτος ήταν να νυμφεύεται με μια Κόπτισσα κόρη εμπρός σ΄ ένα καλό Santon, που για λίγα χρήματα παρευρισκόταν εμπρός στον καδή. Ο δεύτερος ήταν να απευθύνεται στους Κόπτες ιερείς που πάντρευαν έναν Ευρωπαίο αν και σχισματικό υπό τον όρο να ορίσει ένα ¨προικιό¨ στη γυναίκα τη στιγμή του διαζυγίου.

¨Και πόσο είναι αυτό το ¨προικιό¨ ;, ρωτά ο Ζεράρ ντε Νερβάλ.

¨Ω, αυτό εξαρτάται από τις συνθήκες. Πρέπει πάντως να δώσετε τουλάχιστον διακόσια γρόσια¨.

¨Μα την πίστη μου, παντρεύομαι. Δεν είναι ακριβά¨.

Και μολονότι κατέληξε να πάει ν΄ αγοράσει μια νεαρή σκλάβα στο παζάρι, αφέθηκε πρώτα να παρασυρθεί σε δοσοληψίες γάμου, για να γελάσει.

Έτσι, πέρασε ένα πρωινό στον Κήπο Ροσέτι, κοντά σε μια δεξαμενή όπου βουτούσε τους κλώνους της μιας ροδοδάφνη, με τη συντροφιά μιας υποψήφιας μνηστής και της μητέρας της.

Εκτός από φιλομειδέστατους χαιρετισμούς, δεν είπαν τίποτα. Η συνομιλία αποδείχτηκε ότι ήταν δύσκολη με την αμοιβαία τους άγνοια της γλώσσας αλλήλων. Ο Ζεράρ ντε Νερβάλ συγκινήθηκε εν τούτοις πολύ από τα χαρακτηριστικά της παιδούλας, που ήταν ωραία σαν μικρογραφία. Επειδή αυτή δεν ήταν παρά μια παιδούλα δώδεκα χρόνων, και ο Ζεράρ ντε Νερβάλ φρόντισε να δικαιολογηθεί εμπρός στην επίκριση των μελλουσών γενεών.

¨Είναι κάπως μικρή για μένα, αλλά φαίνεται πως είναι η μόνη ηλικία που δεν κινδυνεύει κανείς να τις βρει χήρες ή χωρισμένες¨. Εάν, όπως είναι προφανέστατο ο Κήπος Ροσέτι στέγασε κάτω από τις δροσερές σκιές του χιλιάδες παρόμοια ειδύλλια στις όχθες της ηλιοκαμένης δεξαμενής του, αυτό και μόνο επιζεί από την εξαφάνιση και αρκεί να το ξαναζωντανέψει κανείς με τη μαγεία των λέξεων. Πείθεται κανείς γι΄ αυτό αν ξαναδιαβάσει τις σελίδες των αναμνήσεων του Ζεράρ ντε Ζερβάλ :

¨…Ο Κήπος Ροσέτι είναι ο πιο θελκτικός περίπατος του Καΐρου. Είναι μια πράσινη όαση μέσα στα γεμάτα σκόνη σπίτια, στο τέρμα της Κοπτικής συνοικίας και του Μούσκι. Δυο σπίτια προξένων και ένα του γιατρού Κλοτ βέη ζώνουν ένα μέρος του εξοχικού αυτού κρησφύγετου. Τα φράγκικα σπίτια που περιβάλλουν το αδιέξοδο Βάγκχορν εκτείνονται στην άλλη άκρη. Το αναμεταξύ διάστημα είναι αρκετά σημαντικό για να παρουσιάζει στο μάτι έναν ορίζοντα φουντωτό από χουρμαδιές, πορτοκαλιές και συκομουριές.

Δεν είναι εύκολο να βρει κανείς το δρόμο αυτής της μυστηριώδους Εδέμ που δεν έχει δημόσια πόρτα. Διασχίζει κανείς το σπίτι του Προξένου της Σαρδηνίας δίνοντας στους υπηρέτες του μερικούς ¨παράδες¨ και βρίσκεται μέσα σε οπωρόκηπους και ανθόκηπους εξαρτώμενους από τα γειτονικά σπίτια. Ένας δρομίσκος που τα διαχωρίζει καταλήγει σ΄ ένα είδος μικρής αγρεπαύλεως περικυκλωμένης από κάγκελα, όπου περιφέρονται πολλές καμηλοπαρδάλεις που ο Δρ Κλοτ Βέης έχει Νουβίους και τις περιποιούνται. Ένα δάσος από πορτοκαλιές, πολύ πυκνό, εκτείνεται μακρύτερα, στ΄ αριστερά του δρόμου. Δεξιά είναι φυτεμένες μουριές, ανάμεσα στις οποίες καλλιεργούν καλαμπόκι. Έπειτα, ο δρόμος γυρίζει κι η απέραντη έκταση που διακρίνει κανείς απ΄ αυτό το μέρος, τερματίζεται με ένα παραπέτασμα από χουρμαδιές ανακατεμένες με μπανανιές, με τα μακριά ζωηροπράσινα φύλλα τους. Υπάρχει εδώ ένα κιόσκι στηριζόμενο πάνω σε ψηλές κολώνες που σκεπάζει μια τετράγωνη δεξαμενή, γύρω στην οποία συντροφιές από γυναίκες έρχονται συχνά να αναπαυτούν και ν΄ απολαύσουν τη δροσιά. Την Παρασκευή είναι οι Μουσουλμάνες, σκεπασμένες πάντα όσο το δυνατόν περισσότερο. Το Σάββατο, Εβραίες. Την Κυριακή, Χριστιανές. Αυτές τις δύο τελευταίες μέρες οι πέπλοι είναι κάπως λιγότερο διακριτικοί. Πολλές γυναίκες βάζουν τις σκλάβες τους να απλώσουν χαλιά κοντά στη δεξαμενή και να τους παραθέτουν οπωρικά και γλυκίσματα…¨.

Αλλοίμονο ! Δεν απομένει τίποτε πια σήμερα από τον απέραντο αυτό φιλόξενο κήπο, του οποίου η τοποθεσία εξακολουθεί εντούτοις ακόμη να φέρει το όνομα. Η διάνοιξη της λεωφόρου Φαρούκ εκτόπισε μάλιστα τους μικροεπαγγελματίες τους εγκατεστημένους στα μαγαζάκια των γειτονικών δρόμων. Μερικοί καλαμοπλέκτες, των οποίων ήταν αυτή η συνοικία, έχουν καταφύγει στα ερείπια του παλιού Προξενείου της Ελλάδας και εξακολουθούν να κατασκευάζουν κλουβιά πουλερικών με κινήσεις ταχυδακτυλουργών, ενώ οι κινητήρες των μηχανουργείων βομβούν μέσα στις κτιζόμενες νέες οικοδομές. Η δίοδος Ντεσούκ, στρωμένη κάτω με πλατιές πέτρινες πλάκες, διατηρεί ακόμη την πιστή εικόνα του παλιού καιρού. Τα τροχοφόρα δεν μπορούν να την διασχίσουν. Τα υποδηματοποιεία και οι ταβέρνες κατέχουν τις δύο σειρές των μαγαζιών της. Ο ουρανός της είναι σημαιοστόλιστος από εσώρουχα που στεγνώνουν κρεμασμένα από τα μπαλκόνια.

Πάντως είναι ένα περιβολάκι συνεχόμενο μ΄ αυτά τα ερημόσπιτα που αγωνίζεται με τα τελευταία φυτά του ενάντια στην εγκατάσταση της πολεοδομικής οπλισμένης με μπετόν. Έχασε εδώ και λίγες μέρες τα δύο του ογκώδη δένδρα, τα τελευταία του Κήπου Ροσέτι. Πότε άραγε θάρθει η σειρά μιας υπέργηρης γαζίας και εύθραυστης ροδοδάφνης, στερνού βλασταριού ίσως εκείνης που βουτούσε τους κλώνους της μες τη δεξαμενή στην εποχή του ειδυλλίου του Ζεράρ ντε Νερβάλ και της νεαρότατης Αιγυπτιοπούλας ;

Όλα πεθαίνουν. Ακριβώς από την άλλη μεριά του δρομίσκου, να η επιγραφή ενός περιώνυμου εργολάβου κηδειών, φαντάζει με τ΄ ασημένια της γράμματα σαν ένα σύμβολο¨.

Σημείωση : Gerard de Nerval ήταν το ψευδώνυμο του Γάλλου συγγραφέα και ποιητή Gerard Labrunie (1808-1855). Το έργο του ¨Voyage en Orient¨ εκδόθηκε το 1851 και περιείχε το ταξίδι που πραγματοποίησε στην Αίγυπτο το 1843.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου