Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Η Ιστορία του μοναχισμού στο Άγιο Όρος.









Άρθρο Αναστασίας Χατζοπούλου

H μοναστική ζωή

Ο μοναχισμός με τη στενή λεξικογραφική έννοια προέρχεται από τον όρο «μονάζειν» και αναφέρεται στον άνθρωπο που ζει μόνος κι αφιερωμένος εξ ολοκλήρου στο Θεό. Οι ασκητικές αρχές που διέπουν τη ζωή των μοναχών είναι η ακτημοσύνη, η υπακοή και η παρθενία. Οι μοναχοί υιοθετούν τρόπο ζωής που συνίσταται στην εγκατάλειψη των εγκοσμίων προς αναζήτηση του Θεού. Στόχος τους είναι η επίτευξη του «καθ’ ομοίωσιν», η μίμηση των αγίων, η μελέτη του θανάτου, ο θρήνος για τις αμαρτίες, η ταπεινοφροσύνη, η ταλαιπωρία του σώματος. Οι στόχοι αυτοί κατακτώνται με συνεχείς νηστείες προσευχές, αδιάκοπη λατρεία, μελέτη του λόγου του Θεού, εγρήγορση και συνεχή άσκηση. Κύριος στόχος τους αποτελεί η σύναψη μιας έξοχης πνευματικής σχέσης με το Θεό και προσεύχονται για όλους τους ανθρώπους, ακόμη και για τους «μηδέποτε προσευχόμενους».



Η ιστορία του μοναχισμού.

Στο τέλος του 3ου αιώνα μ.Χ. γεννιέται ο ορθόδοξος μοναχισμός και τα πρώτα μοναστικά κέντρα εμφανίζονται στη χριστιανική Ανατολή και τις αιγυπτιακές ερήμους. Ο τρόπος ζωής τους υπήρξε καθοριστικός για την ανάπτυξη και την πρόοδο του μοναχισμού στην Εγγύς Ανατολή.  Ο μοναχισμός στην έρημο ξεκίνησε από τον πρωτοπόρο του μοναχικού βίου, Μέγα Αντώνιο που ήταν Αιγύπτιος. Έζησε 15 χρόνια ασκητικής ζωής κι άλλα 20 εντελώς μόνος κι απομονωμένος σε ένα ερημικό φρούριο. Οι μαθητές του έκτισαν πλήθος από λαύρες και μονές σε ερημικές περιοχές, όπως στη Νιτρία, μεταξύ της Αλεξάνδρειας και του Κάιρου, ενώ στο τέλος του 4ου αιώνα αριθμούνταν 5.000 Αντωνίτες ερημίτες κι άλλοι 7.000 Παχωμίτες μοναχοί στην Αίγυπτο. Με τον ίδιο ή μεγαλύτερο αριθμό αναπτύχθηκε και ο γυναικείος μοναχισμός. Τον 5ο αιώνα στην Οξύρρυγχο υπήρχαν 10.000 μοναχοί και 12.000 μοναχές.

Κατεξοχήν θεμελιωτές της μοναστικής ζωής ήταν επίσης ο Μέγας Βασίλειος και ο Μέγας Αθανάσιος, ενώ ουσιαστικά άρχισε από τον Μέγα Μακάριο, μαθητή του Μ.Αντωνίου, το κοινοβιακό όμως σύστημα οργάνωσε ο Παχώμιος στην Ταβέννησο. Υπέρτατη μοναστική αρετή θεωρήθηκε η υπακοή ενώ οι μοναστικοί κανόνες επέβαλλαν χειρονακτική εργασία και τακτές θρησκευτικές υπηρεσίες για τους μοναχούς. Ο Μ.Βασίλειος συνέταξε τους μοναστικούς κανόνες που αποτέλεσαν τα θεμέλια του βυζαντινού  μοναχισμού, ενώ ευνόησε κυρίως τον κοινοβιακό μοναχισμό συμβουλεύοντας να αποτελέσει αυτόνομη κια αυτάρκη κοινότητα εργαζόμενων μοναχών.



Πολιτιστικές λάμψεις εκπέμπονται από τις μοναστικές κοινότητες  που αποτελούν φρουρούς της ελληνορθόδοξης πολιτιστικής κληρονομιάς.

Μοναστικά κέντρα την εποχή εκείνη συναντούσε κανείς από το Φαγιούμ και τις δύο πλευρές του Νείλου, γύρω από τη Μίνια, την Ερμούπολη, το Έντζου, το Ασσουάν, το Ασσιούτ, την Πεντάπολη κ.ά. ενώ αργότερα εξαπλώθηκε στη Συρία και την Παλαιστίνη, μέχρι την Ανατολία. Η πρώτη μονή που ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη ήταν η μονή Δαλμάτου τον 4ο αιώνα. Ο ρυθμός ίδρυσης των μονών είχε αρχίσει να αυξάνεται ραγδαία, ώστε το 536 υπήρχαν 70 μονές στη Βασιλεύουσα, με πρώτη θέση να καταλαμβάνει η μονή Στουδίου που ανέδειξε διαπρεπείς εκκλησιαστικούς άνδρες και ασκητικούς συγγραφείς, όπως ο Θεόδωρος Στουδίτης, ο Νικήτας Σταθάτος κ.ά. Ο ερημικός και κοινοβιακός βίος βρισκόταν σε άνθηση.

Ένα από τα λαμπρά κεφάλαια της μοναστικής ζωής αποτελούν και οι μονές της Κύπρου, καθώς αυτή βρισκόταν κοντά στα μεγάλα κέντρα του ασκητισμού της Ανατολής. Η αγία Ελένη, μητέρα του Μ.Κωνσταντίνου ιδρύει τον 4ο αιώνα τη μονή Σταυροβουνίου κι αφιερώνει σε αυτή, τεμάχιο του Τίμιου Σταυρού. Από τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού αναφέρεται η ίδρυση μοναστηριών στην Κύπρο που συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερο υπήρξε το ενδιαφέρον των Βυζαντινών αυτοκρατόρων για την ίδρυση βασιλικών σταυροπηγιακών μονών στην Κύπρο. Ενδεικτικά αναφέρουμε την πολύ αξιόλογη Ιερά Βασιλική  και Σταυροπηγιακή Μονή του Κύκκου, η οποία ιδρύθηκε από τον Αλέξιο Α΄ τον Κομνηνό και στα ενιακόσια ήδη χρόνια ζωής αποτελεί φάρο και προπύργιο της Ορθοδοξίας και του Έθνους. Η Κύπρος κοσμείται και με άλλες μονές με σημαντική πνευματική και πολιτιστική ακτινοβολία.

Η Συρία φημίζεται εξίσου για τη μοναστική ακμή της εκεί όπου η ύπαρξη των μοναχών και των ερημιτών αποκαλούνται Στυλίτες και Δενδρίτες, διότι χρησιμοποιούσαν ειδικό τρόπο άσκησης, είτε πάνω σε στύλους, είτε πάνω σε δέντρα.

Μοναστική ζωή παρατηρείται και στις σλαβικές χώρες, στον Όλυμπο της Βιθυνίας, τη Μικρά Ασία, τη Θεσσαλία, αλλά και στις ηφαιστιογενείς κοιλάδες της Καππαδοκίας, την Παλαιστίνη, τη νότια Ιταλία, στο φημισμένο μοναστήρι της αγίας Αικατερίνης  στο όρος Σινά κ.ά. Από τον 11ο αιώνα πρωτεύουσα θέση κατέχουν τα πολυάριθμα μοναστήρια και οι σκήτες του Αγίου Όρους, ενώ σε εξίσου σημαντικά πολιτιστικά κέντρα αναδείχθηκαν οι κοινότητες των Μετεώρων, της Πάτμου, οι βυζαντινές μονές Δαφνίου, Οσίου Λουκά, η Νέα Μονή Χίου, η Ορμύλια στη Χαλκιδική, η μονή Καισαριανής στη δυτική πλευρά του Υμμητού κ.ά.

Επίσης, μονή με παγκόσμια ακτινιβολία είναι του Αγίου Ιωάννου στην Πάτμο. Η μορφή φρουρίου που είχε, η καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών που συντελούνταν εντός της μονής και η πολιτιστική της ακτινοβολία τη χαρακτήρισε «Άγιο ‘Ορος του νησιωτικού κόσμου». Οι  περιηγητές του 18 ου αιώνα, ο Γάλλος Lacroix την ονόμασε «Πανεπιστήμιον του Αρχιπελέγους» λόγω της Πατμιάδας Σχολής και ο R.Pocoche σημείωνε ότι η σχολή αυτή διαθέτει τους καλύτερους δασκάλους της Ανατολής.

Κατά τον 5ο αιώνα παρατηρούνται και τοιχογραφίες στους ναούς, ενώ δεσπόζουσα θέση στη λειτουργική ζωή της εκκλησίας αποκτά η φορητή εικόνα, κυρίως ύστερα το θρίαμβο της Ορθοδοξίας και την αναστήλωση των εικόνων το 843. Πρόοδο στην εκκλησιαστική διακοσμητική, εκτός από τη γλυπτική και τα έργα αργυροχρυσοχοΐας, αποκτά η τέχνη του ψηφιδωτού που εξαπλώνεται σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο  και δημιουργεί αθάνατα μνημεία τέχνης.



Το Άγιο Όρος θεματοφύλακας της Ορθοδοξίας αλλά και απέραντο Μουσείο.

Ολόκληρος ο ελληνικός χώρος, κοσμείται από μοναστήρια που καλλιέργησαν το «θεοφιλώς ζην», δηλαδή, τα ελληνικά γράμματα, τις τέχνες, τον πολιτισμό, ενώ οι μοναχοί διαφύλλαξαν τους θησαυρούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας και του ελληνικού πολιτισμού, πολλές φορές με θυσίες. Τα αρχεία και οι βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους περιλαμβάνουν μία από τις πλουσιότερες συλλογές εγγράφων σε όλο τον κόσμο, ενώ ο αριθμός τους είναι κατά πολύ μεγαλύτερος από το Βατικανό και την Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού, τις δύο σημαντικότερες συλλογές της Ευρώπης.  Πλουσιότερη απ’ όλες θεωρείται η Μονή Μεγίστης Λαύρας, που διαθέτει 10.000 τυπωμένους τόμους και πάνω από 2.000 μικρογραφίες και έπειτα οι μονές του Βατοπεδίου και των Ιβήρων. Τα ιστορικά αρχεία του Άθω αποτελούν ανεκτίμητο θησαυρό και περιλαμβάνουν εκτός από ελληνικά, οθωμανικά, σλαβικά και ρουμάνικα έγγραφα, σφραγίδες μονών, ελληνικά και σλάβικα παλαίτυπα. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα Άπαντα του Ομήρου, έκδοση Φλωρεντίας του 1488, το Μέγα Ετυμολογικόν Λεξικόν, Βενετία, 1499, τα Ειδύλλια του Θεόκριτου Ρώμη, 1516,  Οι Θείες Λειτουργίες, Βενετία 1508-1509 και άλλα πολλά. Θα ήταν πραγματικά παράλειψη να μην αναφερθούμε στα 5.500 μουσικά χειρόγραφα βυζαντινής και μεταβυζαντινής μουσικής, που αποτελούν το 1/3 των χειρογράφων της ψαλτικής τέχνης που είναι γνωστή ανά τον κόσμο.




Τα μοναστήρια, ένα θαύμα της αρχιτεκτονικής.

 Εκτός όμως από πηγή πνεύματος, τα μοναστήρια αποτελούσαν κι ένα θαύμα της αρχιτεκτονικής, ο χαρακτήρας του οποίου απέβλεπε στη δημιουργία κατανυκτικής ατμόσφαιρας και στην προαγωγή της επικοινωνίας του πιστού με το Θεό, δίχως όμως να παραβλέπονται το μέτρο, το ωρίο, το υψηλό, η τάξη, η αρμονία. Βασικοί αρχιτεκτονικοί ρυθμοί είναι η βασιλική και ο τρουλοσκεπής ναός. Η δημιουργία τους πάνω σε απόκρυμνους υπερυψωμένους βράχους (Μετέωρα, Άγιο Όρος), αλλά και σε λαξευμένους βράχους (Καππαδοκία), δείχνουν το μεγαλείο της Χριστιανοσύνης, εκπέμποντας δέος και κύρος. Ας μην ξεχνάμε και το υποδειγματικό φιλάνθρωπο έργο των μονών που είτε σε καιρούς ειρήνης, είτε σε καιρούς εμπόλεμης ή κατοχικής κατάστασης βοήθησε τόσο τους Χριστιανούς, όσο και το ελληνικό κράτος.





Βιβλιογραφία

Γκιολές Ν., Βυζαντινή Ναοδομία

Κόκκινος Δ., Ιστορία της Νεοτέρας Ελλάδας

Κομίνης Αθ., Οι θησαυροί της Μονής της Πάτμου

Λέκκος Π., Τα ελληνικά Μοναστήρια

Οικονομίδης Ν., Η ιστορία του Αγίου Όρους κατά τη Βυζαντινή περίοδο

Σβορώνος Ν., Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας

Χατζηφώτης, Οι Θησαυροί του Αγίου Όρους



Συνεχίζεται…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου