Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Το ταξίδι της Τούλας








της Έφης Καραμιχάλη

Γεννήθηκε γύρω στο ‘25 . Μέχρι τα δέκα της έζησε στα βουνά της Νάουσας μέσα στις στάνες, εκεί που οι Βλάχοι μάζευαν τα ζώα τους τα καλοκαίρια. Μικρό κορίτσι να τρέχει ολημερίς για όλες τις δουλειές του κοπαδιού και όταν το χειμώνα κατέβαιναν τα ζώα στα πεδινά, αυτήν την άφηναν μαζί με άλλους να προσέχει το βιό τους στο βουνό. Την πόρτα του σχολείου δεν την πέρασε ποτέ.



Αγρίμι είχε γίνει. Ένα θηρίο είχε μέσα της που πάλευε να βγεί προς τα έξω. Κι εκεί κοντά στους δεκατρείς χειμώνες της ζωής της επιχείρησε να φύγει, να βγει σ’ έναν κόσμο παραμυθένιο και ονειρικό, όπως τον είχε φτιάξει στο μυαλό της. Να πάει που; ούτε κι αυτή ήξερε. Έψαχνε να βρει ένα δρόμο λίγο μακρύτερο απ’ τη στάνη της. Την πρόλαβε όμως η μάνα της στα μισά του καινούριου κόσμου που ανοιγόταν μπροστά της. Μέχρι να την φέρει πίσω στη στάνη και να την ρίξει στη βελένζα ανάμεσα στα τυριά και τα γάλατα την είχε μελανιάσει στο ξύλο. Δεν τόλμήσε ούτε να το ξανασκεφτεί. Ήξερε πλέον οτι η ζωή της όπως είχε αρχίσει έτσι θα τελείωνε. Εκεί.

Ήταν από εκείνα τα κολοκαίρια – εκείνη κοντά στα 15 – που την ανέβασαν στο βουνό μαζί με τα ζώα, μιας και απο τη χρονιά που αποπειράθηκε να φύγει την κατέβαζαν τους χειμώνες κι αυτήν στο χωριό.

Τα μεσημέρια όταν οι άλλοι έπεφταν για λίγη ξεκούραση εκείνη έπαιρνε το μονοπάτι του βουνού τρέχοντας χωρίς σταματήμο με ανάσες γρήγορες, κοφτές, της ψυχής, λες και ήθελε να βγάλει τα σωθικά της, να βγεί απ’ το σώμα της. Και όταν έφτανε στη κορυφή κι έβλεπε όλο τον κόσμο στα πόδια της, έπεφτε σα μεθυσμένη στο χορτάρι και η λεύτερη καρδια και το μουδιασμένο κορμί της ηρέμουσαν και γαλήνευαν.

Εκείνο το απομεσήμερο όμως δεν ήταν σαν όλα τ’ άλλα. Μόλις είχε φτάσει στην κορυφή του “κόσμου της” και πρόλαβε να πάρει μιαν ανάσα, ανάσκελα όπως ήταν, ανοίγει τα μάτια και τον βλέπει από πάνω της. Απ’ τη λαχτάρα της να φτάσει δεν τον άκουσε που ερχόταν από πίσω της. Τα βήματα της σκέπασαν τα δικά του και οι ανάσες της τους ήχους του βουνού. Ηταν μακρινός συγγενής, απ’ αυτούς που ανέβαιναν με τους δικούς της τα καλοκαίρια στο βουνό, γύρω στα 40 με τέσσερα παιδιά, τα δυο κοντά στην ηλικία της.

Έπεσε επάνω της με μια μανία πρωτόγνωρη για κείνη και με την ορμή αρπαχτικού όταν πιάνει το θήραμα του. Στην αρχή δεν καταλάβαινε τι πήγαινε να της κάνει όταν όμως τα χέρια του έφτασαν στα παιδικά της σκέλια προσπάθησε να φωνάξει. Οι κραυγές της όμως δεν έβγαιναν απ’ το κορμί της γεννιόντουσαν και χανόντουσαν μέσα της. Όταν σταμάτησαν πια τα βογγητά του και ελευθερώθηκε απ’ το κορμί του τρέχοντας και κλαίγοντας έφτασε στη στάνη. Η μάνα της τα κατάλαβε όλα. Την άλλη μέρα την κατέβασε στη θεσσαλονίκη και την έβαλε παραδουλεύτρα σ’ ενα σπίτι. Δεν έμεινε πολύ.

Θα είχε κανένα χρόνο που οι Γερμανοί μπήκαν στην πόλη, κάπου τέλος του ‘42, που εκείνη πέρασε στο σκοτεινό διάδρομο ενός μπουρδελου κοντά στο λιμάνι, αφήνοντας πίσω έναν κατακκόκινο ήλιο που σταματούσε στα πρώτα σκαλιά αυτού του διώροφου “σπιτιου”. Θα γινόταν για χρόνια το καταφύγιό της, μέχρι να έρθει στα μπουρδέλα της πόλης μου, να παντρευτεί τον Γιώργη και να ‘ρθει να μείνει στο σπίτι του δίπλα μας.

Τη μάνα της την ξαναείδε μόνο μια φορά. Αυτή γύρω στα εξήντα και εκείνη μια γερόντισσα ντυμένη με την παραδοσιακή βλάχικη φορεσιά. Την βρήκε ένα πρωινό έξω απ’ την πόρτα της. Δυό μέρες μάνα και κόρη μοιρολογούσαν για τις ζωές τους. Την τρίτη μέρα έφυγε. Εκείνη ηρέμησε. Θαρρείς κι αυτό το κλάμα στην ποδιά της μάνας της ήταν βάλσαμο για την ψυχή της, γλυκό κρασί, κοινωνία που μετάλαβε, που τη λαχταρούσε και την περίμενε όλα αυτά τα χρόνια.

Δεν ξέρω αν η ιστορία για την ζωή της που μας έλεγε η γλυκιά μου κα Τούλα ήταν αληθινή ή ένα γλυκό άλλοθι για τις επιλογές της που αυτο ήθελε να πιστεύει. Αλλά και τί σημασία έχει; Τις επιλογές μας τις πληρώνουμε οι ίδιοι. Το τί δίνουμε στους άλλους είναι άλλο πράγμα. Εγώ την αγαπούσα για το ανθρώπινο χαμόγελο της, για το αληθινό της νοιάξιμο, γιατί ήταν πάντα δίπλα στα δύσκολα των γονιών μου και πάντα πρόθυμη να δώσει από αυτό το κομμάτι της καρδιάς της που το φύλαγε για ότι αγαπούσε πραγματικά. Ήταν ένας άνθρωπος πολύ καλύτερος απο πολλούς που γνώρισα στη μετέπειτα ζωή μου!

πηγή www.imaginistes.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου