Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Η παράνομη διακίνηση μεταναστών και ο ρόλος του UNODC (γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για την πρόληψη του εγκλήματος)








Κωνσταντίνου Αποστολόπουλου (Δικηγόρος - Εγκληματολόγος)


Για να τεθεί τέλος στη λαθραία μεταφορά μεταναστών διά ξηράς, αέρος και θαλάσσης, ο Ο.Η.Ε. αποφάσισε να προωθήσει τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών και να θέσει τις προϋποθέσεις ώστε να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα σε περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο, μέσω ενός πρωτοκόλλου, το οποίο συμπληρώνει τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος και ερμηνεύεται από κοινού με αυτή.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου, ως λαθραία διακίνηση μεταναστών ορίζεται η «επίτευξη της παράνομης εισόδου ενός προσώπου σε ένα κράτος μέρος, του οποίου το πρόσωπο αυτό δεν είναι υπήκοος ή μόνιμος κάτοικος, με σκοπό την απόκτηση, αμέσως ή εμμέσως, οικονομικού ή άλλου οφέλους». Ως παράνομη είσοδος νοείται η διέλευση των συνόρων χωρίς συμμόρφωση προς τις απαραίτητες προϋποθέσεις νόμιμης εισόδου που θέτει το κράτος υποδοχής. Το άρθρο 6 του πρωτοκόλλου απαιτεί την ποινικοποίηση της εν λόγω συμπεριφοράς και προσδιορίζονται οι πράξεις που πρέπει να θεσπισθούν από τα Μέρη ως ποινικά αδικήματα. 


Ο σκοπός του πρωτοκόλλου κατά της λαθραίας διακίνησης μεταναστών είναι η πρόληψη αλλά και η πάταξη του φαινομένου της παράνομης διακίνησης μεταναστών μέσω έρευνας, δίωξης και διεθνούς συνεργασίας. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού το πρωτόκολλο απαιτεί από τα κράτη να ποινικοποιήσουν την παράνομη διακίνηση, να συνεργαστούν για την πρόληψη, να αυστηροποιήσουν τους συνοριακούς ελέγχους, να προσδιορίσουν τις αιτίες του φαινομένου και να συνεργαστούν για την επιστροφή των μεταναστών στις χώρες τους. 

Διακινητές παράνομων μεταναστών μπορεί να είναι ολιγομελείς ομάδες που ασχολούνται με επιχειρήσεις μικρής κλίμακας αλλά και μεγάλα δίκτυα που χρησιμοποιούν εξελιγμένες μεθόδους και έχουν ιεραρχική δομή. Απασχολούνται με το να παρέχουν υπηρεσίες σε μη νόμιμους μετανάστες που θέλουν να περάσουν τα εθνικά σημεία ελέγχου συνόρων και να βρίσκουν τρόπους παράνομης απόκτησης εγγράφωνή θεωρήσεων εισόδου. Οι διεθνικές οργανωμένες εγκληματικές ομάδες έχουν οργανωθεί σε συγκεκριμένους τομείς, ελέγχουν καθορισμένα δρομολόγια και περιοχές και συνεχώς επεκτείνουν την δράση τους αναζητώντας νέες εγκληματικές δραστηριότητες.
 

Ο τρόπος που επιτυγχάνουν τους σκοπούς τους είναι μέσω: χρησιμοποίησης πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων, αντικατάστασης διαβατηρίων, αντικατάστασης των φωτογραφιών των ταξιδιωτικών εγγράφων, ψεύτικων θεωρήσεων εισόδου, πλαστών αδειών παραμονής, αλλαγής αδειών επιβίβασης σε περιοχές ελέγχου, πλαστών σφραγίδων, καταστροφής των εισιτηρίων και των ταξιδιωτικών εγγράφων σε περιοχές τράνζιτ αεροδρομίων, ώστε να αποφεύγεται η επαναπροώθηση στο αρχικό αεροδρόμιο κλπ. Οι λαθρέμποροι μεταναστών συχνά αλλάζουν διαδρομές και τρόπους δράσης ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν.

Η λαθροδιακίνηση μεταναστών είναι μια επιχείρηση που αποδίδει τεράστια κέρδη και οι διακινητές έχουν μικρό κίνδυνο να ανακαλυφθούν και να τιμωρηθούν. Για τους μετανάστες είναι μια πολύ επικίνδυνη δραστηριότητα, αφού συχνά είναι ευάλωτοι σε κινδύνους που απειλούν την ζωή τους ή τυγχάνουν εκμετάλλευσης από τα κυκλώματα. Χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν από ασφυξία μέσα σε κοντέινερ, αφυδατώθηκαν στην θάλασσα η έγιναν αντικείμενο βίας, σεξουαλικών παρενοχλήσεων ή άλλων παράνομων ενεργειών των λαθεμπόρων. Οι μετανάστες αντιμετωπίζονται ως ένα ακόμα εμπόρευμα, όπως τα ναρκωτικά, τα τσιγάρα και τα όπλα που διακινούν λαθραία.

Πολλές φορές οι εγκληματίες μέσω των ιδίων οδών και μεθόδων μεταφοράς διακινούν αλλά και εμπορεύονται ανθρώπους. Έτσι μια κατάσταση μπορεί να ξεκινήσει ως απλή μεταφορά αλλά να εξελιχθεί σε κατάσταση εκμετάλλευσης και εμπορείας ανθρώπων. Η όλη δραστηριότητα επιφέρει μεγάλη βλάβη στα άτομα αλλά και στις κοινωνίες των χωρών προέλευσης, διέλευσης και προορισμού, γι΄αυτό και απαιτείται η συνεργασία όλων των χωρών και των φορέων που εμπλέκονται.

Η αντιμετώπιση του φαινομένου θα πρέπει να περιλαμβάνει μια ολοκληρωμένη πολυδιάστατη απάντηση που θα εξετάζει τις κοινωνικοοικονομικές αφετηρίες τις παράνομης μετανάστευσης ώστε να ασκείται προληπτική δράση. Τα κράτη θα πρέπει να έχουν ως καθήκον να φέρουν την νομοθεσία τους σε εναρμόνιση με το πρωτόκολλο. Να αναπτύξουν μια αποτελεσματική έννομη απάντηση στην παράνομη διακίνηση των μεταναστών και να ενδυναμώσουν την συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών τους. Τέλος να ενδυναμωθούν οι συνοριακοί έλεγχοι ώστε να εντοπίζεται η λαθροδιακίνηση, όπως επίσης να προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα των υποκειμένων εκμετάλλευσης των κυκλωμάτων. Αναφορικά με την δίωξη των διακινητών θα πρέπει να υπάρξει διεθνής συνεργασία και να ενισχυθεί η εσωτερική νομοθεσία καθώς και η ικανότητα έρευνας και δίωξης.

Κάθε κράτος - μέλος θα πρέπει να δέχεται και να διευκολύνει την επιστροφή – επαναπατρισμό, των υπηκόων του. Για την διευκόλυνση της επιστροφής προσώπων που δεν έχουν τα κατάλληλα έγγραφα, θα πρέπει να εκδίδονται αυτά από την χώρα στην οποία το πρόσωπο αυτό έχει δικαίωμα νομίμου διαμονής. Τα κράτη που φροντίζουν για τον επαναπατρισμό του παράνομου μετανάστη θα πρέπει να φροντίζουν και για την ασφάλεια και αξιοπρέπειά του.
  

Η διεθνής συνεργασία θα πρέπει να έχει τη μορφή στενότερης συνεργασίας μεταξύ των χωρών προέλευσης, διέλευσης και προορισμού, ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών, συνεργασίας στην εκπαίδευση και την βελτίωση των ικανοτήτων όλων των εμπλεκόμενων μέρων στην αντιμετώπιση του φαινομένου (Δυνάμεις επιβολής του νόμου, γραφεία μετανάστευσης κλπ.) Παράδειγμα βέλτιστων πρακτικών σε διεθνές επίπεδο είναι το
IMap που δημιουργήθηκε από το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Έλεγχο των Ναρκωτικών και την Πρόληψη του Εγκλήματος (UNODC), σε συνεργασία και με άλλους εταίρους. Το IMap σχεδιάστηκε για να διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών και να αναλύει τις μεταναστευτικές ροές και δρομολόγια, ώστε να υποστηρίζονται οι προσπάθειες για την καταπολέμηση της λαθροδιακίνησης μεταναστών που λαμβάνονται σε διεθνές, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο στην Αφρική, στην Μέση Ανατολή και στην Ευρώπη. (https://www.imap-migration.org/). 

Το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Έλεγχο των Ναρκωτικών και την Πρόληψη του Εγκλήματος (
UNODC) ιδρύθηκε το 1997, έχει έδρα την Βιέννη και λειτουργεί σε όλες τις περιοχές του κόσμου μέσα από ένα εκτενές δίκτυο τοπικών γραφείων. 




Το UNODC έχει εντολή να υποστηρίζει τα κράτη μέλη του ΟΗΕ στον αγώνα τους κατά του Εγκλήματος. Στόχος του UNODC όσον αφορά την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών, είναι η προώθηση της παγκόσμιας τήρησης του πρωτοκόλλου, η αρωγή των κρατών στις προσπάθειές τους για αποτελεσματική εφαρμογή των υποχρεώσεών τους, η εναρμόνιση της νομοθεσίας και η ανάπτυξη μιας αποτελεσματικής ποινικής δικαιοσύνης.

Το
UNODC μετά από αίτημα της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ, δημιούργησε ένα υπόδειγμα Νόμου με σκοπό να βοηθήσει τα κράτη στην εφαρμογή των διατάξεων που περιλαμβάνονται στο Πρωτόκολλο. Το περιεχόμενο του Νόμου συντάχθηκε μέσα από μια συλλογική προσπάθεια ομάδας εμπειρογνωμόνων και είναι διαθέσιμο στα Αγγλικά, Ισπανικά, Γαλλικά, Ρωσικά και Αραβικά.

Το
UNODC, σε συνεργασία με την Interpol και την Europol και με χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει επεξεργαστεί την κατάλληλη μεθοδολογία για την πρόληψη και την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών και διοργανώνει σεμινάρια κατάρτισης για τους εισαγγελείς και τις διωκτικές αρχές των χωρών.  
Έργο του
UNODC είναι επίσης η συγκέντρωση της εμπειρίας από την ποινική δικαιοσύνη όλου του κόσμου, η διενέργεια οικονομικών ερευνών για κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των λαθρεμπόρων και δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος, επίσης η ανάλυση όλων των στρατηγικών, επιχειρησιακών και τακτικών πληροφοριών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και, τέλος, η εξέταση των θεμάτων που σχετίζονται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την προστασία των προσφύγων, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την έρευνα και τη δίωξη της λαθραίας διακίνησης μεταναστών.

Η διεθνής κοινότητα αντέδρασε θετικά αναφορικά με την αντιμετώπιση του φαινομένου, ενισχύθηκαν τα συστήματα πρόληψης και αποτροπής και αναπτύχθηκαν διεθνείς συνεργασίες. Δεδομένου όμως ότι το οργανωμένο έγκλημα μεταλλάσσεται ανάλογα με τους τρόπους αντίδρασης που προβάλλει η έννομη τάξη, το ζητούμενο που προκύπτει είναι το πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά θα εφαρμοστούν όλα τα παραπάνω.



Κωνσταντίνος Αποστολόπουλος – Δικηγόρος, Εγκληματολόγος

Pionierweg 1, Neusiedl am See, 7100 – Austria



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου