Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Το Μοιρολόγι της Παναγιάς







Μεγάλη Παρασκευή στις 12.00 το μεσημέρι θα γίνει η Αποκαθήλωση του Κυρίου μας και το βράδυ θα γεμίσουν οι εκκλησίες από τους πιστούς για να ψάλουν τα εγκώμια.

Πάρα πολλοί δεν πίνουν ούτε νερό μέχρι να γίνει η πρώτη περιφορά του επιταφίου ή δεν ανάβουν καθόλου φωτιά στο σπίτι για να μαγειρέψουν. Άλλοι πίνουν ξύδι. Στο Κάϊρο συνήθιζαν μετά την Αποκαθήλωση οι κυρίες να στολίζουν τον επιτάφιο του Αγίου Νικολάου και όλοι μαζί να πάνε μετά στο Άγιο  Γιώργη στα μνήματα. Στις 15.00  κατέβενε ο Επιτάφιος συνοδευόμενος από την πάντα του προσκοπείου  και γινόταν η περιφορά ανάμεσα στα μνήματα. 


Οι Έλληνες της ομογένειας πάντα κρατάνε όλα τα ήθη και έθιμα και τα ματαδίδουν  στα παιδιά τους ως κειμήλιο. Ένα από αυτά είναι και το Μοιρολόγι της  Παναγίας.



Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα έλαβαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι
οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρεισκαταραμένοι.
    
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνο μυστικό, για να τον λάβουν όλοι.
    
Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόνταν μοναχή της
τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
     
Φωνή εξήλθ' εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα:
- Σώνουν, Κυρά μου, οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες
και τον υιόν σου πιάσανε και στον χαλκιά τον πάνε
κι στου Πιλάτου τας αυλάς εκεί τον τυραννάνε.
       
Η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε και λιγώθη.
Σταμνί νερό της ρίξανε τρία κανάτια μόσχο
και τρία νεροδόσταμνα για να της έρθει ο νους της.
    
Και σαν της ήρθ' ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της
ζητάει μαχαίρι να σφαγεί, γκρεμό να πάει να πέσει,
ζητάει τ' αργηροψάλιδο να κόψει τα μαλλιά της.
      
Η Μάρθα κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδελφή κι οι τέσσερις αντάμα.
      
Πήραν το στρατί  στρατί, στρατί το μονοπάτι
το στρατί τους έβγαλε μπρος στου ληστή την πόρτα.
      
 Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του πιλάτου κι η πόρτα από το φόβο της άνοιξε μοναχή της.
Τηράει ζερβά, τηράει δεξιά, κανέναν δεν θωράει
τηράει και δεξιότερα, βλέπει τον Αη-Γιάννη.
 
Άγιε μου Γιάννη, Πρόδρομε, και βαπτιστά του γιου μου
Μήν' είδες τον υιόκα μου και σε το διδάσκαλό σου;
Δεν έχω στόμα να Σου πω, γλώσσα να Σου μιλήσω
δεν έχω χεροκάλαμο για να σου τον(ε) δείξω.
     
Βλέπεις εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο
όπου φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι;
      
Εκείνος είν' ο Γιόκας σου και με διδάσκαλός μου.
Η Παναγιά πλησίασε, γλυκά τόν(ε) ρωτάει:
- Δε μου μιλάς, παιδάκι μου, δε μου μιλάς, παιδί μου;
- Τι να σου πω, μανούλα μου, που διάφορο δεν έχε
    
Μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά το μεσημέρι
που θα λαλήσ' ο πετεινός, σημαίνουν οι καμπάνες      
Σημαίν' ο Θιος, σημαίν' η γη, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγια-Σοφιά με τις χρυσές καμπάνες τότε και συ Μανούλα μου χαρά μεγάλη νάχεις.
     
Όποιος τ' ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει
κι όποιος το καλοφουγκραστεί παράδεισο θα λάβει
παράδεισο και λίβανο από τον Αγιο Τάφο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου