Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Τσάρλι Πάρκερ, γνωστός και με τα παρατσούκλια «Yardbird» και «Bird».







Αμερικανός αλτοσαξοφωνίστας, συνθέτης της τζαζ. Θεωρείται ένας από τους επιδραστικότερους μουσικούς στην ιστορία της τζαζ, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση του be-bop, του τζαζ ιδιώματος με τα γρήγορα τέμπο και την έμφαση στον αυτοσχεδιασμό. Μετά τον Λούις Άρμστρονγκ, ήταν αυτός που προκάλεσε μία ολοκληρωτική μετατόπιση της αισθητικής της τζαζ, σπρώχνοντας τα πράγματα μπροστά και υποχρεώνοντας τους συναδέλφους του να ακολουθήσουν. Γι’ αυτό ο επίσης σπουδαίος τζαζίστας Μάιλς Ντέιβις συνόψισε την ιστορία της τζαζ σε τέσσερις λέξεις: «Λούις Άρμστρονγκ, Τσάρλι Πάρκερ». Ήταν γνωστός και με τα παρατσούκλια «Yardbird» και «Bird».

Ο Τσάρλς Πάρκερ τζούνιορ (Charles Parker Jr) γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1920 στο Κάνσας Σίτι του Κάνσας και μεγάλωσε στο Κάνσας Σίτι του Μιζούρι. Σε ηλικία 11 χρονών έπαιζε σαξόφωνο και τέσσερα χρόνια αργότερα εγκατέλειψε το γυμνάσιο για την τζαζ, παίζοντας σε τοπικά κλαμπ και συμμετέχοντας σε μαραθώνια τζαμ-σέσιον, όπου διαμόρφωσε το προσωπικό του ύφος. Αρχικά, επηρεάστηκε από τις προχωρημένες προσεγγίσεις των Μπάστερ Σμιθ και Λέστερ Γιανγκ της εποχής του σουίνγκ. Είχε, επίσης, αφομοιώσει την αφροαμερικάνικη λαϊκή μουσική, καθώς και στοιχεία από τη λόγια μουσική του 20ού αιώνα.

Παράλληλα, άρχισε και η χωρίς επιστροφή είσοδός του στα ναρκωτικά: «Άρχισα τις ασωτίες το 1932, όταν ήμουν δηλαδή 12 χρόνων, και ύστερα από τρία χρόνια ένας γνωστός με έμπασε στην ηρωίνη. Ένα πρωί λίγο αργότερα, ξύπνησα και αισθανόμουν φοβερά άρρωστος, χωρίς να ξέρω γιατί. Ο πανικός είχε αρχίσει». Ένας πανικός, που δεν τελείωσε ποτέ και σταδιακά τον οδήγησε στην καταστροφή και στο θάνατο.

Η δημιουργικότητα και η εφευρετικότητά του στο παίξιμο συνεχώς αυξάνονταν και όλοι οι μουσικοί της τζαζ, παλαιότεροι και νεότεροι, έτρεχαν να τον ακούσουν και να τον προσκυνήσουν, εκτός βέβαια από αυτούς που δεν είχαν τη διάθεση να καταλάβουν τις αλλαγές που έρχονταν και το παίξιμό του τις σηματοδοτούσε. Όπως έχει πει ο σπουδαίος ντράμερ Κένι Κλαρκ: «Δεν νομίζω ότι ο Τσάρλι Πάρκερ είχε συνείδηση των αλλαγών που επέφερε στην τζαζ. Κι όμως, ήταν αυτός που καθοδηγούσε όλους τους άλλους».

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘40 κατέρρευσε οριστικά και οδηγήθηκε στο δημόσιο ψυχιατρείο του Καμαρίλο, αφού είχαν προηγηθεί πολλά δείγματα ασυνέπειας στις προγραμματισμένες εμφανίσεις του και δυσκολία στο παίξιμό του. Όταν θα ξαναγυρίσει στη μουσική θα περάσει μία έντονα δημιουργική περίοδο και θα ηχογραφήσει μερικά σπουδαία κομμάτια – ανάμεσά τους και το αυτοσαρκαστικό αριστούργημα «Relaxinat Camarillo», ενώ η φήμη του έχει εξαπλωθεί σε κάθε μουσικό της τζαζ και όλοι φλέγονταν από την επιθυμία να παίξουν μαζί του.



 Στο τέλος της δεκαετίας του ‘40 θα γνωρίσει μία πρόσκαιρη επιτυχία. Θα ταξιδέψει στην Ευρώπη, θα κάνει περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τα προβλήματα δεν θα τον αφήσουν ποτέ και τελικά θα τον οδηγήσουν στην κατάρρευση. Ένα Σαββατόβραδο, στις 12 Μαρτίου 1955, έγειρε και πέθανε, καθώς παρακολουθούσε το πρόγραμμα του Τζίμι Ντόρσεϊ στην τηλεόραση. Το ίδιο βράδυ εμφανίστηκε στους τοίχους της Νέας Υόρκης και του Κάνσας Σίτι η φράση: «Bird lives» («Ο Μπερντ ζει»). Για το πνεύμα της τζαζ αυτό είναι πέρα  για πέρα αληθινό. Ο Μπερντ θα ζει για πάντα.

O Τσάρλι Πάρκερ άφησε πίσω του πολλές και εξαιρετικές συνθέσεις, που παίζονται και ξαναπαίζονται μέχρι σήμερα: «Nows The Time», «Billies Bounce» «Anthropology», «Bird Gets the Worm», «Confirmation», «Scrapple from the Apple» και «Yardbird Suite». Έχει επηρεάσει σημαντικούς τζαζίστες, όπως τους σαξοφωνίστες Σόνι Ρόλινς, Τζον Κόλτρειν και Ορνέτ Κόλμαν, τον τρομπετίστα Μάιλς Ντέιβις και τους πιανίστες της τζαζ των δεκαετιών του ‘60 και του ‘70, μέσω του μαθητή του Μπαντ Πάουελ.

Ο Μπερντ ήταν μία από τις εμβληματικές φιγούρες της γενιάς των χίπστερ και των μπήτνικ τη δεκαετία του ‘50. Συμβόλιζε τον τζαζ μουσικό ως ασυμβίβαστο καλλιτέχνη και διανοούμενο, παρά σαν διασκεδαστή.

Ο πρόωρος θάνατός του από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ ενέπνευσε καλλιτέχνες, όπως ο Κλιντ Ίστγουντ, που γύρισε σε ταινία τη ζωή του με τίτλο «Bird» (1988) και τον Aργεντίνο συγγραφέα Χούλιο Κορτάσαρ, που έγραψε το 1959 ένα έξοχο αφήγημα για τις τελευταίες στιγμές του με τίτλο «Ο κυνηγός» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Απόπειρα»).

πηγή imaginistes


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου