Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Εβδομήντα χρόνια από τον θάνατο του Rudolf Kastner


Rudolf (Israel) Kastner



Άρθρο Ζαν Κοέν.

Ο Rudolf Kastner[1]   ήταν ίσως η πιο αμφιλεγόμενη περίπτωση εβραίου κατά τη διάρκεια της κατοχής. Ο άνθρωπος που έσωσε 1684 άτομα με το τραίνο του θεωρείται, μέχρι σήμερα ήρωας ή προδότης, ανάλογα από ποια πλευρά το βλέπει κανείς. Εβδομήντα χρόνια ακριβώς (15.3.1957), συνεχίζεται ακόμα η βιβλιογραφία της υπόθεσης Kastner όπως έμεινε γνωστή. Tο τελευταίο βιβλίο κυκλοφόρησε πριν μερικές εβδομάδες με τίτλο  “Kasztner’s Crime”. Είναι του Βρεταννού ιστορικού Paul Bogdanor. Ένα πράγμα είναι σίγουρο ότι είναι πολύ δύσκολο (αν όχι αδύνατον) να κρίνουμε οποιονδήποτε για τις πράξεις που έκανε κάτω από τις απάνθρωπες ναζιστικές συνθήκες.


Το Βιογραφικό
Ο Rudolf Kastner γεννήθηκε το στην πόλη Kolzsvar της τότε Αυστροουγγαρίας (σημ. Cluj-Napoca της Ρουμανίας), το 1906. Απεβίωσε στο Ισραήλ, δολοφονημένος από τον  Zeev Eckstein, πρώην μέλος της αντιστασιακής ομάδας  Λέχι[2], την 15η Μαρτίου 1957.

Ο Kastner  είχε σπουδάσει νομικά και δούλεψε και ως δημοσιογράφος στην ουγγρική εφημερίδα Uj Kelet.  Μετά τον πόλεμο μετανάστευσε στο Ισραήλ, όπου ανέλαβε τη θέση του εκπρόσωπου Τύπου του Υπουργείου Βιομηχανίας και Εμπορίου, το 1952.

Η Υπόθεση

Η όλη υπόθεση, που συντάραξε το Ισραήλ τότε, ξεκίνησε όταν ο Malchhiel  Gruenald (ξενοδόχος στο επάγγελμα, ερασιτέχνης δημοσιογράφος) τύπωσε μία μπροσούρα, στην οποία κατηγορούσε τον Kastner ως συνεργάτη των Γερμανών και κατ’ επέκταση προδότη, το 1953.

Η βασική κατηγορία εναντίον του Kastner ήταν ότι είχε επαφές με τον Adolf Eichmann και έναν ακόμα αξιωματικό των SS, ονόματι Kurt Becher. Μάλιστα, μετά το πέρας του πολέμου, ο Kastner έδωσε θετική κατάθεση για τον τελευταίο, γεγονός που επέτρεψε στον Kurt Becher να αποφύγει την σύλληψη του και την απαγγελία κατηγοριών εναντίον του.

Ευρώπη 1940 – 1944.
Μετά την κατάληψη της Ρουμανίας από τους Γερμανούς, ο Kastner άρχισε αμέσως να μαζεύει τρόφιμα, ρουχισμό, φάρμακα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης για να βοηθήσει του εβραίους πρόσφυγες από την Αυστρία, την Γερμανία, την Σλοβακία και την Πολωνία. Την 30η Αυγούστου 1940, η πόλη Kolozsvár παραχωρήθηκε στην Ουγγαρία.

Ο Kastner μετακόμισε στη Βουδαπέστη, και  συνέχισε τη δραστηριότητά του. Έκτοτε, βασικό του μέλημα ήταν να φυγαδεύσει τους εβραίους από την Ευρώπη είτε στην Παλαιστίνη είτε στην Ελβετία. Για τον σκοπό αυτόν ήρθε σε επαφή με το Εβραϊκό Πρακτορείο στο Τελ Αβίβ, το οποίο όμως λίγα μπόρεσε να κάνει επειδή οι Άγγλοι είχαν απαγορεύσει την είσοδο Εβραίων στην Παλαιστίνη.

Μετά από πολλές άκαρπες προσπάθειες με εβραϊκές οργανώσεις και σημαντικούς εβραίους στην Βουδαπέστη, ο Kastner γνώρισε τον Joel Brand, με τον οποίον φτιάξανε την «Επιτροπή Βοήθειας και Διάσωσης  της Βουδαπέστης[3]». Τα υπόλοιπα μέλη ήταν οι   Ottó Komoly, Samuel Springmann, Hansi Brand (η γυναίκα του Joel), Moshe Krausz,  Eugen Frankl και ο Ernst Szilagyi.

Ο Kastner  απέκτησε επαφές με ανθρώπους στην Σλοβακία, που τον πληροφόρησαν ότι οι Ναζί δέχονται να διαπραγματευθούν τη διαφυγή εβραίων με αντάλλαγμα χρήματα. Η πρώτη επαφή μεταξύ της επιτροπής και των Ναζί έγινε με το αξιωματικό των SS Dieter Wisliceny, στις 5 Απριλίου του 1944. Ο τελευταίος ζήτησε 2 εκατομμύρια δολάρια για να σταματήσει τη απέλαση των Εβραίων της Ουγγαρίας με άμεση προκαταβολή 200.000 δολάρια.

Στις 22 Απρίλιου του 1944, ο Adolf Eichmann, που είχε διοριστεί υπεύθυνος για την μεταφορά των Εβραίων της Ουγγαρίας στο Άουσβιτς, ζήτησε να συναντηθεί με τον Joel Brand. Ο Adolf Eichmann του πρότεινε να ελευθερώσει  ένα εκατομμύριο Εβραίους με αντάλλαγμα 10.000 στρατιωτικά φορτηγά, 200 τόνους τσάι, 800 τόνους καφέ, 2 εκατομμύρια κιβώτια σαπούνι, απροσδιόριστη ποσότητα βολφραμίου και άλλα προϊόντα για το ανατολικό μέτωπο. Τη συμφωνία αυτή ο Eichmann τν ονόμασε «Αίμα έναντι Προϊόντων» (Blut gegen Waren).

Στις 5 Ιουνίου του 1944, οι εκπρόσωποι του Εβραϊκού Πρακτορείου στην Παλαιστίνη Shertok (μετέπειτα Σαρέτ και πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια της δίκης στο Ισραήλ) και ο Ben Gurion επισκεφθήκαν τον ανώτατο διοικητή της Παλαιστίνης Sir Harold MacMichael και του παρουσίασαν το σχέδιο τονίζοντας τη σημασία της διάσωσης των εβραίων της Ουγγαρίας. Ο Sir Harold απέρριψε το σχέδιο ως «μία Γερμανική μηχανορραφία βασισμένη σε άλλα κίνητρα από αυτά που θέλουν να φαίνονται».

Παρόλα αυτά, τον Ιούνιο του 1944, ο Kastner κατάφερε και ήρθε σε συμφωνία με τον Kurt Becher και εξασφάλισε την απελευθέρωση και διαφυγή στην Ελβετία 1.684 Εβραίων μεταξύ των οποίων και 273 παιδιών. Για κάθε κεφάλι, ο Γερμανός αξιωματικός πληρώθηκε 1.000 δολάρια, μετοχές χρυσό και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να βρει ο Kastner από τους πλούσιους επιβάτες προκειμένου να σώσει τους υπολοίπους.  Το τραίνο, που έμεινε στην ιστορία ως το «τραίνο του Kastner», έφυγε από την Βουδαπέστη στις 30 Ιουνίου του 1944. Κατευθύνθηκε προς το στρατόπεδο Bergen-Belsen, οπού έκανε μία στάση για να πάρει φυλακισμένους.

Τελικά, οι εβραίοι φθάσανε στην Ελβετία σε δύο μέρη, ένα τον Σεπτέμβριο του 1944 και ένα δεύτερο τον Δεκέμβριο του 1944.


Το τραίνο με τα παιδιά φτάνει στην Ελβετία.


Η μητέρα του Joel Brand, η αδελφή του και  η ξαδέλφη του συγκαταλέγονταν μεταξύ των επιβατών, ενώ από την πλευρά του Kastner ήταν 10 μέλη της οικογένειάς του, καθώς και 388 εβραίοι από το γκέτο της πόλης του Kolozsvár.

Η συγγενική του αυτή σχέση του με τους επιβάτες είναι που ξεκίνησε όλη την υπόθεση μετά τον πόλεμο, όταν κατηγορήθηκε ότι «πούλησε» όλους τους Εβραίους της Ουγγαρίας για να γλυτώσει την οικογένεια και τους φίλους του.  

Παρά τις προσπάθειες και τις διαπραγματεύσεις, οι απελάσεις των Εβραίων της Ουγγαρίας δε σταμάτησαν. Οι Γερμανοί έστελναν στο Άουσβιτς σε καθημερινή βάση γύρο στους 12.000 εβραίους[4]..

Παρόλα αυτά, με το τέλος του πολέμου οι χρηματικές διαπραγματεύσεις έσωσαν 14.648 από το στρατόπεδο Bergen-Belsen, καθώς 18.000 που ήταν στον «πάγο» στο στρατόπεδο Strasshoff στην Αυστρία, για μελλοντικές  διαπραγματεύσεις. 

Ισραήλ 1953-1955
Τον Αύγουστο του 1952, ο Malchhiel Gruenald (που είχε χάσει 52 συγγενείς στην κατοχή) τυπώνει την μπροσούρα του με τίτλο «Γράμμα στους φίλους μου στο Μιζράχι»[5], στην οποία κατηγορούσε τον Kastner για συνεργασία με τους Ναζί με σκοπό να σώσει τους δικούς του ανθρώπους. Επίσης, τον εμέμφθη επειδή δεν ενημέρωσε του Εβραίους της Ουγγαρίας ότι πήγαιναν στο Άουσβιτς προς θανάτωση, παρόλο που γνώριζε την αλήθεια.

Η κυβέρνηση του Ισραήλ, με πρωθυπουργό  τον Moshe Sharet, μήνυσε αμέσως τον Malchhiel Gruenald για συκοφαντία και κάλεσε στην δίκη 59 μάρτυρες για την υπεράσπιση του Kastner. Την 1η Ιανουαρίου του 1954, άρχισε στο περιφερειακό δικαστήριο της Ιερουσαλήμ η δίκη κατά τον Malchiel Gruenwald ή όπως έμεινε στην Ιστορία «Η δίκη του Kastner».

Η δίκη που έγινε ενώπιων του δικαστή Benjamin Halevy διήρκησε μέχρι τον Οκτώβριο του 1954, ενώ η απόφαση του Δικαστηρίου εξεδόθη στις 22 Ιουνίου του 1955. 

Η Δολοφονία
Τα μεσάνυχτα της 4ης Μαρτίου 1957, ο Kastner έφτασε σπίτι του. Βγήκε από το αυτοκίνητό του όταν ένας νεαρός τον πλησίασε και τον ρώτησε εάν ήταν ο Rudolf Kastner. Μόλις αυτός απήντησε καταφατικά, ο νεαρός έβγαλε ένα περίστροφο και τον πυροβόλησε τρεις φορές. Μία σφαίρα τον τραυμάτισε σοβαρά. Ο Rudolf Kastner απεβίωσε στο νοσοκομείο από τα τραύματα του, στις 15 Μαρτίου.

Μία ώρα μετά τη δολοφονία, η εσωτερική ασφάλεια του Ισραήλ (Shin Bet) ξεκίνησε τις έρευνες, βάζοντας στο στόχαστρο τους Yosef Menkes  Yaakov Heruti, μέλη μιας δεξιάς τρομοκρατικής οργάνωσης που ιδρύθηκε μετά την ανεξαρτησία του Ισραήλ  με την επωνυμία «Βασιλεία του Ισραήλ».[6] 

Λίγες μέρες μετά, και βάσει τις περιγραφής του Kastner, η  Shin Bet συνέλαβε τους Yosef Menkes (αρχηγό της ομάδας), Dan Shemer (οδηγό) και τον Ze'ev Eckstein (εκτελεστή). Μετά από πολύωρη ανάκριση, πρώτος ομολόγησε ο Dan Shemer, ο οποίος ανέμειξε τον Ze'ev Eckstein. Ο τελευταίος απεκάλυψε τον ρόλο του Yosef Menkes.

Σύμφωνα με τα πρακτικά της δίκης του 24χρονου τότε Ze'ev Eckstein, το όπλο του είχε μόνο τρεις σφαίρες αλλά καμμία δεν ευστόχησε διότι το θύμα έτρεξε στους θάμνους του σπιτιού του και εξαφανίστηκε μέσα στο σκοτάδι. Τότε, σύμφωνα με τα πρακτικά, ο Eckstein είπε ότι άκουσε έναν τέταρτο πυροβολισμό και την κραυγή του Kastner που είχε πληγωθεί χωρίς να δει ποιος

Η πρωτόδικη απόφαση
Στις 22 Ιουνίου του 1955, ο δικαστής Benjamin Halev, ανεκοίνωσε την απόφασή του, η οποία στην ουσία αθώωνε τον κατηγορούμενο. Η ποινή που του επιβλήθηκε για τη συκοφαντική δυσφήμιση ήταν «μία δεκάρα».  Στην απόφαση μεταξύ των άλλων ο δικαστής ανέφερε και τα εξής

                   «Ο πειρασμός ήταν τεράστιος. Δόθηκε στον Κάστνερ η ευκαιρία, μέσω χρημάτων και διαπραγματεύσεων, να σώσει 600 ψυχές επιπλέον από το                                      επικείμενο ολοκαύτωμα. Και δεν μιλάμε για οποιεσδήποτε  600 ψυχές αλλά γι’ αυτές που ο ίδιος θεωρούσε ότι αξίζαν να διασωθούν                              

                   Αλλά εγώ φοβάμαι τους Δαναούς και δώρα φέροντες[7]. Με το να δεχτεί αυτό το δώρο, ο Kastner στην ουσία πούλησε την ψυχή του στο                                           διάβολο… Η επιτυχία της συμφωνίας διάσωσης εξαρτάτο μέχρι την τελευταία στιγμή από την καλή θέληση των Ναζί, κι η καλή αυτή θέληση                                         έφτασε πολύ μετά την καταστροφή των Εβραίων στις επαρχιακές πόλεις».

Η αναίρεση του ανώτατου δικαστηρίου
Τον Ιανουάριο του  1958, ο Άρειος Πάγος του Ισραήλ ανέτρεψε την απόφαση του περιφερειακού δικαστηρίου με πλειοψηφία 4-1, σημειώνοντας μεταξύ των άλλων ότι το περιφερειακό δικαστήριο «υπέπεσε σε σοβαρότατο λάθος».

Σύμφωνα με το σκεπτικό της πλειοψηφίας του Ανώτατου Δικαστηρίου, την οποία έγραψε ο αρεοπαγίτης Shimon Agranat,[8]:

      1.Την εποχή εκείνη, ο Kastner είχε ένα και μοναδικό σκοπό, δηλ. να σώσει όλους τους εβραίους της Ουγγαρίας, δεδομένων όμως των συνθηκών διέσωσε όσους                περισσότερους μπορούσε.

2.   Τα κίνητρά του ήταν σε πλήρη αρμονία με τους ηθικούς σκοπούς της οργάνωσης της οποίας προΐστατο («Επιτροπή Βοήθειας και Διάσωσης της Βουδαπέστης»).

3.   Επηρεασμένος από τα κίνητρά του υιοθέτησε την μέθοδο του χρηματισμού στις διαπραγματεύσεις του με τους Ναζί.

4.   Η συμπεριφορά του Kastner αντέχει στη κριτική της λογικής και της αληθοφάνειας.

5.   Η συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην πόλη Cluj (στις 3 Μαΐου), καθώς και οι δύο του πράξεις η ενεργητική (το σχέδιο των προνομιούχων) και η παθητική (η μη ανακοίνωση των τεκταινομένων στο Άουσβιτς, καθώς και η μη ενθάρρυνση σε αντιστασιακές πράξεις και μαζικές διαφυγές) συμφωνεί απόλυτα με το πιστεύω του πως ο μόνος τρόπος επιτυχημένης διαφυγής ήταν ο δικός του.

6.   Ως εκ τούτου, δεν μπορεί κάποιος να τον κατηγορήσει για ανήθικη συμπεριφορά, δεν υπάρχει έστω και τυχαία συνάρτηση μεταξύ της συγκέντρωσης και απέλασης [στο Άουσβιτς] και γι’ αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί συνεργάτης των Γερμανών.

Η θεωρεία της συνομωσίας.
Το 2008, ο σκηνοθέτης «Gaylen Ross» γύρισε την ταινία-ντοκιμαντέρ «Killing Kasztner». Στην ταινία ο Eckstein επαναλαμβάνει ότι και οι τρεις σφαίρες του αστόχησαν και ότι υπήρχε ένα τέταρτο άτομο που σκότωσε τον Kastner. 

 Κατά τη διάρκεια της δίκης, βγήκε στο φως πως Eckstein ήταν πληρωμένος πληροφοριοδότης της Shin Bet γεγονός που ξεκίνησε τις θεωρίες συνομωσίας. Η θεωρία λέει ότι η κυβέρνηση θεωρούσε τον Kastner βαρίδιο και ήθελε να τον ξεφορτωθεί πόσο μάλλον που η όλη υπόθεση έριξε την κυβέρνηση.

Ο Αμερικανός δημοσιογράφος Elliott Jager, που ασχολείται κυρίως με θέματα Ισραήλ και εβραϊσμού, λέει πως αυτά είναι «βλακείες». Σύμφωνα με το Elliott Jager,  αυτό είναι τελείως αδύνατον αφού ο αρχηγός της Shin Bet εκείνη την εποχή, ο Amos Manor,  ήταν στενότατος φίλος του Kastner.

Το 2015, η εφημερίδα Haaretz δημοσίευσε μία σειρά από νέα έγγραφα για την υπόθεση και ισχυρίστηκε πως διαθέτει και έγγραφα που αποδεικνύουν ότι η Shin Bet όχι μόνον ήξερε για τη δολοφονία αλλά και συμμετείχε σε αυτήν.

Οι τρεις τρομοκράτες καταδικάστηκαν σε ισόβιά αλλά πήραν χάρη μετά από 7 χρόνια.

Επίλογος
Ο Kastner παραιτήθηκε από την κυβερνητική του θέση και έζησε σχεδόν απομονωμένος, μέχρι τη δολοφονία του. Σε όποιον δημοσιογράφο μίλαγε του έλεγε ότι ζει σε μια μοναξιά «ποιο μαύρη και από τη νύχτα, σκοτεινή σαν την κόλαση».

Η σύζυγός του Elizabeth βαριά μορφής κατάθλιψη με αποτέλεσμα να μη ξανασηκωθεί από το κρεββάτι της μέχρι το θάνατό της.

Η κόρη του Kastner,  Zsuzsa, πετροβολείτο στο δρόμο από τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές της. Σήμερα, δουλεύει ως νοσοκόμα σε νοσοκομείο του Τελ Αβίβ. Έχει τρία παιδιά μεταξύ των οποίων την Merav Michaeli, γνωστή δημοσιογράφος και παρουσιάστρια της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου και μέλος της Ισραηλινής Βουλής (Κνέσετ) με το Εργατικό κόμμα, από το 2013.

Ο Shimon Agranat  (ο αεροπαγίτης που έγραψε την απόφαση υπέρ του Kastner) έγινε πρόεδρος του ανώτατου δικαστηρίου του Ισραήλ. Το 1974 μετά τη  συνταξιοδότηση του, διορίστηκε Πρόεδρος της ανεξάρτητης εξεταστικής επιτροπής (Επιτροπή Αγκρανάτ)  για τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ. Πέθανε το 1992 σε ηλικία 86 ετών.

Το 1963, ο Benjamin Halevy (πρόεδρος του δικαστηρίου) διορίστηκε στο Ανώτατο δικαστήριο. Το 1969, παραιτήθηκε για να κατέβη στην πολιτική ως υποψήφιος του κόμματος Γκάχαλ, προδρόμου του σημερινού Λικούντ. Πέθανε στις 7 Αυγούστου του 1995 σε ηλικία 86 ετών.

Ο Haim Cohen (γενικός εισαγγελέας και κατήγορος στη δίκη, διορίστηκε στο ανώτατο δικαστήριο του Ισραήλ, θέση, που κράτησε μέχρι την συνταξιοδότηση του το 1981. Πέθανε σε ηλικία 91 ετών, στις 10 Απριλίου του 2002.

Ο Joel Brand (ο νούμερο δύο της έζησε το υπόλοιπο της ζωής του, προσπαθώντας να πείσει ότι η δουλειά που έκανε στην κατοχή ήταν σωστή. Το 1961, το αμερικανικό περιοδικό «Life» τον αποκάλεσε «ο άνθρωπος που ζει στη σκιά με ραγισμένη  καρδιά». Πέθανε πάσχοντας από την καρδιά του, κατά τη διάρκεια ταξιδιού του Γερμανία, τον Ιούλιο του 1964. Ήταν μόλις 58 ετών.




Ο Kurt Becher  μετά τον πόλεμο και αφού ποτέ δεν φυλακίστηκε ή τιμωρήθηκε έγινε ένας πάμπλουτος επιχειρηματίας και πρόεδρος πολλών μεγάλων εταιρειών μεταξύ των οποίων και την Cologne-Handel Gesellschaft, η οποία έκανε πολλές δουλειές με την Ισραηλινή κυβέρνηση. Το 1960, θεωρείτο ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στη Γερμανία. Το 1961, κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη του Adolf Eichmann. Πέθανε πάμπλουτος στο Αμβούργο της Γερμανίας σε ηλικία 86 ετών, στις 8 Αύγουστου 1995.

-------------------------------------------------------------  

[1] Είναι επίσης γνωστός εκτός από Rudolf Kastner και ως Rudolf Kastner και Rezső Kasztner,

[2] לח"י – לוחמי חרות ישראל

[3]  ועדת העזרה וההצלה בבודפשט

[4] Τον ιούνιο του 1944 300 Κερκυραίοι Εβραίοι που διατάχθηκαν να θανατώσουν και να κάψουν του Εβραίους της Ουγγαρίας αρνήθηκαν και εκτελέστηκαν επιτόπου.

[5] מזרחי θρησκευτικό σιωνιστικό κόμμα του Ισραήλ

[6] Μαλχούτ Ισραέλ  מלכות ישראל».  

[7] Στο πρωτότυπο της απόφασης είναι στα Λατινικά timeo Danaos et dona ferentes 

[8] Shimon Agranat ήταν 42 ετών τότε και ένας από τους νεότερους αρεοπαγίτες στο κόσμο
πηγή  www.cohen.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου